Η ελκώδης κολίτιδα (ΕΚ) αποτελεί μία χρόνια, ιδιοπαθή, φλεγμονώδη νόσο του παχέος εντέρου, η οποία χαρακτηρίζεται από συνεχή φλεγμονή του βλεννογόνου που ξεκινά πάντοτε από το ορθό και επεκτείνεται προς τα εγγύς τμήματα του παχέος εντέρου με συνεχή κατανομή. Σε αντίθεση με τη νόσο Crohn, η οποία μπορεί να προσβάλει οποιοδήποτε τμήμα του γαστρεντερικού σωλήνα και συχνά εμφανίζει διακεκομμένες βλάβες (“skip lesions”), η ελκώδης κολίτιδα περιορίζεται αποκλειστικά στο παχύ έντερο και παρουσιάζει συνεχόμενη φλεγμονώδη συμμετοχή.
Η φλεγμονώδης διεργασία περιορίζεται κυρίως στο βλεννογόνο και τον υποβλεννογόνιο χιτώνα, αν και σε σοβαρές μορφές μπορεί να παρατηρηθεί βαθύτερη διήθηση. Τα κύρια παθολογοανατομικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν εξελκώσεις, απώλεια της φυσιολογικής αρχιτεκτονικής των κρυπτών και παρουσία φλεγμονωδών διηθήσεων με κυρίαρχα τα ουδετερόφιλα.
Η ελκώδης κολίτιδα αποτελεί μία από τις δύο κύριες μορφές των ιδιοπαθών φλεγμονωδών νόσων του εντέρου (ΙΦΝΕ), μαζί με τη νόσο Crohn. Η παγκόσμια επιδημιολογία της εμφανίζει σημαντική γεωγραφική διακύμανση:
Η ελκώδης κολίτιδα αποτελεί μια ιδιοπαθή νόσο, πράγμα που σημαίνει ότι η ακριβής αιτιολογία της παραμένει άγνωστη. Ωστόσο, η σύγχρονη έρευνα συγκλίνει στην άποψη ότι η ανάπτυξή της οφείλεται σε έναν πολυπαραγοντικό συνδυασμό γενετικών, ανοσολογικών, μικροβιακών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Η συμβολή της γενετικής στη νόσο είναι σαφής, αν και όχι τόσο έντονη όσο στη νόσο του Crohn.
Η ελκώδης κολίτιδα θεωρείται αποτέλεσμα δυσρρύθμισης του βλεννογονικού ανοσοποιητικού συστήματος, το οποίο φυσιολογικά διατηρεί ισορροπία μεταξύ ανοχής και άμυνας έναντι μικροβίων.
Το εντερικό μικροβίωμα παίζει καθοριστικό ρόλο στην υγεία του βλεννογόνου. Στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα παρατηρούνται:
Η φυσιολογική λειτουργία του εντερικού επιθηλίου είναι να δρα ως φραγμός έναντι αντιγόνων.
Η αιτιολογία περιλαμβάνει και εξωγενείς εκλυτικούς παράγοντες:
Η ελκώδης κολίτιδα μπορεί να θεωρηθεί ως το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης τριών αξόνων:
Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι κρίσιμη, διότι έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών, όπως τα βιολογικά φάρμακα που αναστέλλουν συγκεκριμένες κυτταροκίνες ή μονοπάτια φλεγμονής.
Η ελκώδης κολίτιδα χαρακτηρίζεται από χρόνια υποτροπιάζουσα πορεία, με εναλλαγές εξάρσεων και υφέσεων. Η βαρύτητα και η εντόπιση της νόσου καθορίζουν την κλινική εικόνα, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από ήπια συμπτώματα έως απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές.
Η εντόπιση της φλεγμονής παίζει καθοριστικό ρόλο στα συμπτώματα:
Αιματοχέσια (αίμα στα κόπρανα): Είναι το συχνότερο και πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα, λόγω εξελκώσεων του βλεννογόνου.
Διάρροια: Συνήθως χρόνια, με συχνές κενώσεις, που μπορεί να φτάνουν τις 10–15 ημερησίως σε βαριές μορφές.
Τεινεσμός: Επίμονη αίσθηση ανάγκης για αφόδευση χωρίς αποβολή σημαντικής ποσότητας κοπράνων.
Κοιλιακό άλγος: Συνήθως χαμηλής έως μέτριας έντασης, κυρίως στο κάτω αριστερό τεταρτημόριο.
Βλεννώδεις κενώσεις: Συχνές λόγω φλεγμονής και υπερπαραγωγής βλέννης.
Η φλεγμονή δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο έντερο. Σε εξάρσεις μπορεί να εμφανιστούν:
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ιδιοπαθών φλεγμονωδών νόσων του εντέρου είναι η εμφάνιση εξωεντερικών εκδηλώσεων, που αφορούν το 25–40% των ασθενών. Αυτές μπορεί να προηγούνται ή να ακολουθούν την εντερική νόσο.
Η βαρύτητα της ΕΚ καθορίζει την πρόγνωση και την επιλογή θεραπείας.
Η διάγνωση της ελκώδους κολίτιδας βασίζεται σε έναν συνδυασμό κλινικών, ενδοσκοπικών, ιστολογικών και εργαστηριακών ευρημάτων, καθώς δεν υπάρχει μέχρι σήμερα μία μεμονωμένη εξέταση που να είναι απολύτως διαγνωστική.
Η παρουσία χρόνιας διάρροιας με αίμα και βλέννη, τεινεσμού και κοιλιακού άλγους σε νεαρούς ή μεσήλικες ασθενείς θα πρέπει να θέτει ισχυρή υποψία για ΙΦΝΕ. Ωστόσο, πρέπει να αποκλειστούν άλλες αιτίες (λοιμώξεις, ισχαιμία, ακτινική κολίτιδα, φαρμακευτική τοξικότητα).
Η κολονοσκόπηση με βιοψίες αποτελεί τη βασικότερη διαγνωστική εξέταση.
Η ελκώδης κολίτιδα πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από:
Η διάγνωση τίθεται όταν υπάρχει:
Η θεραπεία της ελκώδους κολίτιδας στοχεύει στη μείωση της φλεγμονής, την επίτευξη και διατήρηση ύφεσης, την πρόληψη επιπλοκών και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς. Οι θεραπευτικές επιλογές διακρίνονται σε φαρμακευτικές και χειρουργικές, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει και η εξατομικευμένη παρακολούθηση.
Η χειρουργική θεραπεία αφορά κυρίως οξεία σοβαρή ελκώδη κολίτιδα (Acute Severe Ulcerative Colitis-ASUC.) Rescue στρατηγική!
Η χειρουργική παρέμβαση είναι θεραπευτική για την εντερική νόσο (σε αντίθεση με τη νόσο Crohn), ωστόσο μπορεί να συνοδεύεται από επιπλοκές όπως pouchitis.
Η ελκώδης κολίτιδα, λόγω της χρόνιας φλεγμονώδους φύσης της, μπορεί να οδηγήσει σε οξείες και χρόνιες επιπλοκές, οι οποίες επηρεάζουν τόσο την πορεία της νόσου όσο και την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Οι αρθρίτιδες, οι δερματικές και οφθαλμικές βλάβες μπορούν να γίνουν χρόνιες και να επηρεάσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής.
Η ελκώδης κολίτιδα είναι μία χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσος, με πορεία που διαφέρει σημαντικά μεταξύ των ασθενών. Ορισμένοι παρουσιάζουν ήπια, διαλείπουσα συμπτωματολογία, ενώ άλλοι έχουν βαριές εξάρσεις που οδηγούν σε χειρουργική επέμβαση.
Ορισμένα χαρακτηριστικά συνδέονται με πιο επιθετική πορεία:
Η συνολική επιβίωση των ασθενών με ΕΚ είναι παρόμοια με εκείνη του γενικού πληθυσμού, με την προϋπόθεση ότι λαμβάνεται επαρκής θεραπεία και υπάρχει σωστή παρακολούθηση.
Η ΕΚ επηρεάζει την καθημερινότητα και την ψυχολογική υγεία:
Τα τελευταία χρόνια η κατανόηση της παθογένειας και της κλινικής πορείας της ελκώδους κολίτιδας έχει προχωρήσει σημαντικά, οδηγώντας σε νέες θεραπευτικές στρατηγικές και βελτιωμένη πρόγνωση για τους ασθενείς.
Η πρόοδος στην ανοσολογία και στη μοριακή βιολογία έχει επιτρέψει την ανάπτυξη φαρμάκων που παρεμβαίνουν σε συγκεκριμένα μονοπάτια φλεγμονής:
Η τάση στη σύγχρονη γαστρεντερολογία είναι η προσαρμογή της θεραπείας στον κάθε ασθενή:
Η σύγχρονη αντιμετώπιση αναγνωρίζει ότι η ΕΚ δεν είναι μόνο βιολογική αλλά και ψυχοκοινωνική νόσος:
Η ελκώδης κολίτιδα παραμένει μια χρόνια και δύσκολη στη διαχείριση νόσος, αλλά η πρόοδος στη γνώση της παθοφυσιολογίας, στη φαρμακολογία και στη χειρουργική έχει μεταβάλει ριζικά την πορεία της. Από μια νόσο που συχνά οδηγούσε σε αναπόφευκτη κολεκτομή, έχει εξελιχθεί σε μια κατάσταση όπου οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να επιτύχουν μακροχρόνια ύφεση, με καλή ποιότητα ζωής.
Οι σύγχρονες και μελλοντικές θεραπείες, βασισμένες στην εξατομίκευση και την ολιστική προσέγγιση, αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω αυτήν την τάση, δίνοντας ελπίδα για ακόμη καλύτερα αποτελέσματα.
Στη Gastrocyprus, ο Δρ Αλέξιος Μαχαιρίδης, γαστρεντερολόγος Λεμεσός, προσφέρει αξιόπιστη και ανθρώπινη ιατρική φροντίδα.