Ο καρκίνος του στομάχου, γνωστός και ως γαστρικός καρκίνος, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου από κακοήθειες παγκοσμίως, παρά τη μείωση της συχνότητάς του σε ορισμένες περιοχές κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η νόσος χαρακτηρίζεται από έντονη ετερογένεια τόσο σε μορφολογικό όσο και σε μοριακό επίπεδο, γεγονός που καθιστά τη μελέτη της ιδιαίτερα απαιτητική. Από επιδημιολογικής πλευράς, ο καρκίνος του στομάχου κατατάσσεται μεταξύ των πέντε συχνότερων καρκίνων διεθνώς και αποτελεί την τέταρτη αιτία θανάτου από καρκίνο, με εκατοντάδες χιλιάδες νέες διαγνώσεις κάθε χρόνο.
Η κλινική σημασία της νόσου έγκειται στο γεγονός ότι συνήθως διαγιγνώσκεται σε προχωρημένα στάδια, όπου η θεραπευτική παρέμβαση είναι περιορισμένη και η πρόγνωση δυσμενής. Η ανατομική θέση του στομάχου, η πολυπλοκότητα της αιματικής και λεμφικής του αποχέτευσης, καθώς και η βιολογική επιθετικότητα των όγκων αυτών, καθιστούν τον καρκίνο του στομάχου μια από τις πλέον θανατηφόρες κακοήθειες του πεπτικού συστήματος.
Η ανάπτυξη του γαστρικού καρκίνου είναι πολυπαραγοντική και σχετίζεται με γενετικούς, περιβαλλοντικούς και λοιμογόνους παράγοντες. Η χρόνια λοίμωξη από Helicobacter pylori αποτελεί τον σημαντικότερο αιτιολογικό παράγοντα, ενώ η διατροφή πλούσια σε αλάτι, καπνιστά και επεξεργασμένα τρόφιμα, καθώς και το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ, ενισχύουν την καρκινογένεση. Παράλληλα, οι πρόσφατες μοριακές μελέτες έχουν αποκαλύψει μια σειρά από γενετικές και επιγενετικές μεταβολές που οδηγούν στην καρκινική εξαλλαγή του γαστρικού βλεννογόνου, ανοίγοντας νέες προοπτικές για στοχευμένες θεραπείες.
Από ιστολογικής πλευράς, ο καρκίνος του στομάχου διακρίνεται κυρίως σε δύο μεγάλες κατηγορίες, σύμφωνα με την ταξινόμηση του Lauren: τον εντερικό τύπο, που σχετίζεται περισσότερο με περιβαλλοντικούς παράγοντες και προϋπάρχουσες προκαρκινικές αλλοιώσεις, και τον διάχυτο τύπο, ο οποίος έχει ισχυρότερη γενετική βάση και χειρότερη πρόγνωση. Η κατανόηση αυτών των διαφορών είναι κρίσιμη τόσο για τη διάγνωση όσο και για τη θεραπευτική στρατηγική.
Με την παρούσα ανάλυση θα επιχειρήσω να παρουσιάσω μια ολοκληρωμένη εικόνα του καρκίνου του στομάχου, εστιάζοντας στην επιδημιολογία, τους παθογενετικούς μηχανισμούς, την κλινική εικόνα, τις διαγνωστικές και θεραπευτικές προσεγγίσεις, καθώς και στις σύγχρονες προοπτικές της έρευνας. Στόχος είναι να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα της νόσου και να δοθεί έμφαση στην ανάγκη για πρώιμη διάγνωση και ανάπτυξη εξατομικευμένων θεραπειών.
Ο καρκίνος του στομάχου παραμένει ένα από τα πλέον σημαντικά νεοπλάσματα διεθνώς, παρά τη σταδιακή μείωση της επίπτωσής του σε αρκετές ανεπτυγμένες χώρες. Σύμφωνα με τα δεδομένα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) και του Global Cancer Observatory (GLOBOCAN), το 2020 καταγράφηκαν περισσότερες από 1 εκατομμύριο νέες περιπτώσεις και περίπου 770.000 θάνατοι παγκοσμίως, καθιστώντας τον καρκίνο του στομάχου την τέταρτη αιτία θανάτου από κακοήθεια μετά τον καρκίνο του πνεύμονα, του παχέος εντέρου και του ήπατος.
Η γεωγραφική κατανομή της νόσου παρουσιάζει έντονες διαφοροποιήσεις:
Η συχνότητα διαφοροποιείται και ως προς το φύλο, με τους άνδρες να εμφανίζουν περίπου διπλάσιο κίνδυνο σε σχέση με τις γυναίκες. Επιπλέον, η επίπτωση αυξάνεται με την ηλικία, με κορύφωση μεταξύ της 6ης και 7ης δεκαετίας της ζωής.
Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μείωση του εντερικού τύπου καρκίνου, που σχετίζεται με περιβαλλοντικούς παράγοντες, ενώ αντίθετα ο διάχυτος τύπος παρουσιάζει σταθερότερη ή ελαφρώς αυξανόμενη τάση. Παράλληλα, αυξάνονται οι περιπτώσεις αδενοκαρκινώματος της γαστροοισοφαγικής συμβολής, κυρίως σε δυτικές χώρες, πιθανώς λόγω της αυξημένης συχνότητας της παλινδρόμησης και της παχυσαρκίας.
Η καρκινογένεση στο στομάχι είναι αποτέλεσμα πολυπαραγοντικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ γενετικών προδιαθέσεων και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Η χρόνια λοίμωξη με Helicobacter pylori αποτελεί τον σημαντικότερο μεμονωμένο αιτιολογικό παράγοντα. Το βακτήριο προκαλεί χρόνια γαστρίτιδα, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε ατροφική γαστρίτιδα, εντερική μεταπλασία, δυσπλασία και τελικά καρκίνωμα (μοντέλο Correa). Στελέχη που φέρουν το γονίδιο CagA θεωρούνται περισσότερο ογκογόνα, ενώ οι γενετικές διαφορές του ξενιστή (π.χ. πολυμορφισμοί σε γονίδια που κωδικοποιούν προ-φλεγμονώδεις κυτταροκίνες όπως η IL-1β) ενισχύουν την καρκινογόνο δράση.
Η διατροφή έχει καθοριστικό ρόλο:
Το κάπνισμα διπλασιάζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του στομάχου, ιδίως για τον εντερικό τύπο. Η κατανάλωση αλκοόλ, κυρίως σε μεγάλες ποσότητες και ιδιαίτερα υπό τη μορφή αποσταγμάτων υψηλού αλκοολικού βαθμού, έχει επίσης ενοχοποιηθεί.
Αν και οι περισσότερες περιπτώσεις είναι σποραδικές, ένα μικρό ποσοστό σχετίζεται με κληρονομικά σύνδρομα:
Η καρκινογένεση στο στομάχι είναι αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης και πολυπαραγοντικής διαδικασίας, όπου αλληλεπιδρούν γενετικοί, επιγενετικοί, περιβαλλοντικοί και λοιμογόνοι παράγοντες. Ο μηχανισμός δεν είναι γραμμικός αλλά ακολουθεί διαδοχικά στάδια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το μοντέλο του Correa, το οποίο περιγράφει την εξέλιξη από χρόνια γαστρίτιδα σε ατροφία, εντερική μεταπλασία, δυσπλασία και τελικά καρκίνωμα.
Η χρόνια λοίμωξη από Helicobacter pylori αποτελεί το σημείο εκκίνησης για μεγάλο ποσοστό γαστρικών καρκίνων. Το βακτήριο εγκαθίσταται στον γαστρικό βλεννογόνο και με την έκκριση τοξινών όπως η CagA (cytotoxin-associated gene A) και η VacA (vacuolating cytotoxin A) προκαλεί:
Το αποτέλεσμα είναι η παρουσία μιας χρόνιας φλεγμονώδους κατάστασης που λειτουργεί ως υπόστρωμα για καρκινογένεση.
Εκτός από τις γενετικές μεταλλάξεις, η καρκινογένεση περιλαμβάνει και επιγενετικές αλλαγές:
Οι επιγενετικές μεταβολές έχουν το πλεονέκτημα ότι είναι δυνητικά αναστρέψιμες, γι’ αυτό και αποτελούν στόχο νέων φαρμακολογικών παρεμβάσεων.
Η TCGA (The Cancer Genome Atlas) και η Asian Cancer Research Group (ACRG) έχουν ταξινομήσει τον καρκίνο του στομάχου σε μοριακές υποομάδες με βάση γενετικές και επιγενετικές αλλοιώσεις:
Η ανάπτυξη του καρκίνου του στομάχου προκύπτει από διαταραχές σε κρίσιμα μονοπάτια:
Η διηθητική συμπεριφορά και η μεταστατική ικανότητα των γαστρικών καρκινικών κυττάρων εξαρτάται από:
Ο καρκίνος του στομάχου αποτελεί μια νόσο με ύπουλη και μη ειδική συμπτωματολογία στα αρχικά στάδια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η διάγνωση να τίθεται συχνά σε προχωρημένο στάδιο, όταν οι θεραπευτικές επιλογές είναι περιορισμένες. Στα αρχικά στάδια, ο όγκος μπορεί να παραμένει ασυμπτωματικός ή να εκδηλώνεται με ήπια, ασαφή συμπτώματα που συχνά αποδίδονται σε καλοήθεις πεπτικές διαταραχές.
Τα πρώιμα σημεία και συμπτώματα είναι συνήθως μη ειδικά και περιλαμβάνουν:
Λόγω της ασάφειας αυτών των συμπτωμάτων, οι ασθενείς συχνά καθυστερούν να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια.
Καθώς η νόσος εξελίσσεται, τα συμπτώματα γίνονται πιο εμφανή και συνήθως οδηγούν τον ασθενή στον γιατρό:
Η κλινική εικόνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη θέση του όγκου:
Ο καρκίνος του στομάχου μπορεί να προκαλέσει και συστηματικές εκδηλώσεις:
Σε προχωρημένα στάδια, ο καρκίνος του στομάχου μπορεί να δώσει χαρακτηριστικά φυσικά σημεία:
Η συμπτωματολογία του γαστρικού καρκίνου μπορεί να μιμηθεί άλλες γαστρεντερικές διαταραχές όπως:
Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της έγκαιρης ενδοσκόπησης σε ασθενείς με επίμονα ή ύποπτα συμπτώματα.
Η διάγνωση του καρκίνου του στομάχου βασίζεται σε συνδυασμό ενδοσκοπικών, ιστολογικών και απεικονιστικών τεχνικών. Ο στόχος δεν είναι μόνο η επιβεβαίωση της παρουσίας κακοήθειας, αλλά και η ακριβής εκτίμηση της εντόπισης, του βάθους διήθησης και της παρουσίας μεταστάσεων, ώστε να καθοριστεί η θεραπευτική στρατηγική.
Η ενδοσκόπηση αποτελεί την απαραίτητη και καθοριστική εξέταση για τη διάγνωση.
Η χρήση ενδοσκοπικών τεχνικών ενίσχυσης εικόνας, όπως Blue Light Imaging (BLI), Linked color imaging (LCI), Narrow Band Imaging (NBI), χρωμοενδοσκόπηση και μεγενθυτική ενδοσκόπηση, βελτιώνει την ανίχνευση πρώιμων αλλοιώσεων.
Η ιστολογική επιβεβαίωση είναι χρυσός κανόνας για τη διάγνωση.
Οι απεικονιστικές τεχνικές χρησιμοποιούνται για τη σταδιοποίηση και τον εντοπισμό μεταστάσεων:
Η διαγνωστική λαπαροσκόπηση είναι σημαντική σε επιλεγμένους ασθενείς με προχωρημένη νόσο, για ανίχνευση μικροσκοπικής καρκινωμάτωσης περιτοναίου ή μικρών μεταστάσεων που δεν ανιχνεύονται με τις απεικονιστικές μεθόδους. Συχνά συνοδεύεται από λήψη περιτοναϊκού εκπλύματος για κυτταρολογική εξέταση.
Αν και δεν υπάρχει ειδικός βιοχημικός δείκτης για τον καρκίνο του στομάχου, ορισμένοι ορολογικοί δείκτες χρησιμοποιούνται επικουρικά:
Οι δείκτες αυτοί έχουν περιορισμένη ευαισθησία και ειδικότητα, αλλά μπορούν να χρησιμεύσουν στην παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία ή στην ανίχνευση υποτροπής.
Η πρόοδος στη μοριακή βιολογία έχει εισάγει την ανάγκη για γενετικό και μοριακό έλεγχο:
Η σταδιοποίηση του καρκίνου του στομάχου έχει καθοριστική σημασία τόσο για την επιλογή της θεραπευτικής στρατηγικής όσο και για την εκτίμηση της πρόγνωσης. Η πλέον αποδεκτή μέθοδος είναι το σύστημα TNM (Tumor, Node, Metastasis) της AJCC/UICC, το οποίο αναθεωρείται περιοδικά για να ενσωματώνει τα νεότερα δεδομένα.
Η συνδυασμένη εκτίμηση των Τ, Ν και Μ κατηγοριών οδηγεί στον καθορισμό των σταδίων I–IV, που σχετίζονται άμεσα με την πρόγνωση.
Η πρόγνωση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, τόσο κλινικούς όσο και μοριακούς.
Η πρόοδος στη μοριακή παθολογία έχει αναδείξει νέους προγνωστικούς και προβλεπτικούς δείκτες:
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η παρουσία παρανεοπλασματικών συνδρόμων (π.χ. θρομβοφιλία, δερματοπάθειες) μπορεί να αποτελεί ένδειξη προχωρημένης νόσου.
Η 5ετής επιβίωση κυμαίνεται σημαντικά ανάλογα με το στάδιο:
Η έγκαιρη διάγνωση αποτελεί συνεπώς το πιο κρίσιμο σημείο για τη βελτίωση της πρόγνωσης, κάτι που εξηγεί γιατί χώρες με προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου (π.χ. Ιαπωνία, Νότια Κορέα) έχουν πολύ υψηλότερα ποσοστά επιβίωσης.
Η θεραπεία του καρκίνου του στομάχου εξαρτάται από το στάδιο της νόσου, τη γενική κατάσταση του ασθενούς και τα μοριακά χαρακτηριστικά του όγκου. Στόχος είναι η πλήρης εκτομή της νόσου, όπου αυτό είναι εφικτό, σε συνδυασμό με συστηματικές θεραπείες που στοχεύουν στην ελαχιστοποίηση της πιθανότητας υποτροπής ή στη βελτίωση της επιβίωσης σε προχωρημένα στάδια.
Η χειρουργική εξακολουθεί να αποτελεί τη θεραπεία εκλογής για δυνητικά ιάσιμους όγκους.
Η έκταση της λεμφαδενεκτομής αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την πρόγνωση:
Η επίτευξη R0 εκτομής (χωρίς υπολειπόμενη μακροσκοπική ή μικροσκοπική νόσο) είναι απαραίτητη για την πιθανότητα ίασης.
Δεδομένου ότι ο καρκίνος του στομάχου είναι συχνά συστηματική νόσος ήδη κατά τη διάγνωση, η χημειοθεραπεία και οι στοχευμένες θεραπείες παίζουν κεντρικό ρόλο.
Συχνά χρησιμοποιούμενα σχήματα:
Η πρόοδος στη μοριακή βιολογία έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη θεραπειών που στοχεύουν σε συγκεκριμένα μοριακά μονοπάτια:
Η ανοσοθεραπεία αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη θεραπεία του γαστρικού καρκίνου:
Η ακτινοθεραπεία έχει περιορισμένο ρόλο λόγω της κινητικότητας του στομάχου και της ευαισθησίας των παρακείμενων οργάνων. Χρησιμοποιείται κυρίως:
Η βέλτιστη αντιμετώπιση απαιτεί συνεργασία χειρουργού, ογκολόγου, ακτινοθεραπευτή, γαστρεντερολόγου, παθολογοανατόμου και διαιτολόγου. Η διατροφή, η ψυχολογική υποστήριξη και η αντιμετώπιση επιπλοκών (π.χ. απόφραξη, καχεξία) αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της φροντίδας.
Οι τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις περιλαμβάνουν:
Η πρόγνωση του καρκίνου του στομάχου εξαρτάται από έναν συνδυασμό κλινικών, παθολογοανατομικών και μοριακών παραγόντων, με το στάδιο κατά τη διάγνωση να αποτελεί τον πιο σημαντικό προγνωστικό δείκτη.
Η σταδιοποίηση κατά TNM είναι καθοριστική:
Η υποτροπή παραμένει συχνή, ακόμη και μετά από ριζική εκτομή:
Η πρόγνωση μετά την υποτροπή είναι συνήθως πτωχή, με μέση επιβίωση λίγων μηνών, αν και οι σύγχρονες συστηματικές θεραπείες έχουν αρχίσει να βελτιώνουν την εικόνα.
Οι διαφορές στην πρόγνωση μεταξύ Δύσης και Ανατολής είναι σημαντικές:
Η πρόγνωση δεν αφορά μόνο την επιβίωση αλλά και την ποιότητα ζωής:
Η πρόληψη του καρκίνου του στομάχου αποτελεί βασικό πυλώνα στη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας. Δεδομένου ότι η νόσος συχνά διαγιγνώσκεται σε προχωρημένο στάδιο, οι στρατηγικές πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Η πρωτογενής πρόληψη στοχεύει στη μείωση της επίπτωσης μέσω παρεμβάσεων που περιορίζουν τους παράγοντες κινδύνου:
Αρκετές μελέτες έχουν διερευνήσει φάρμακα με πιθανή προστατευτική δράση:
Η δευτερογενής πρόληψη στοχεύει στην έγκαιρη διάγνωση σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, πριν η νόσος καταστεί μη ιάσιμη.
Αφορά την πρόληψη υποτροπής ή νέων κακοηθειών σε ασθενείς που έχουν ήδη διαγνωστεί:
Σε ειδικές περιπτώσεις, όπως στον κληρονομικό διάχυτο καρκίνο του στομάχου με μεταλλάξεις στο γονίδιο CDH1, συνιστάται προφυλακτική γαστρεκτομή, ακόμη και σε απουσία συμπτωμάτων, λόγω της υψηλής πιθανότητας ανάπτυξης διηθητικού καρκίνου.
Ο καρκίνος του στομάχου παραμένει μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις στην ογκολογία, καθώς χαρακτηρίζεται από υψηλή θνησιμότητα και συχνή διάγνωση σε προχωρημένα στάδια. Παρά τις προόδους στη διάγνωση και τη θεραπεία, τα ποσοστά επιβίωσης παραμένουν περιορισμένα σε πολλές περιοχές του κόσμου, ιδίως στη Δύση.
Πολυπαραγοντική αιτιολογία:
Η νόσος είναι αποτέλεσμα σύνθετης αλληλεπίδρασης λοιμογόνων παραγόντων (κυρίως H. pylori), διατροφικών συνηθειών, γενετικής προδιάθεσης και επιγενετικών μηχανισμών.
Πρώιμη διάγνωση:
Η έγκαιρη ανίχνευση αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο για τη βελτίωση της πρόγνωσης. Τα προγράμματα μαζικού ενδοσκοπικού ελέγχου σε Ιαπωνία και Κορέα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα επιτυχούς στρατηγικής δημόσιας υγείας.
Σταδιοποίηση και πρόγνωση:
Η σταδιοποίηση κατά TNM καθορίζει τη θεραπευτική προσέγγιση και τη μακροπρόθεσμη επιβίωση. Η πρόγνωση παραμένει φτωχή σε προχωρημένα στάδια, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη πρώιμης διάγνωσης.
Πρόληψη:
Η εκρίζωση του H. pylori, η υιοθέτηση υγιεινής διατροφής και η αποφυγή καπνίσματος και υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο.
Μοριακή ταξινόμηση και εξατομικευμένη θεραπεία:
Οι μοριακές υποκατηγορίες που καθιερώθηκαν από TCGA και ACRG ανοίγουν τον δρόμο για στοχευμένες θεραπείες προσαρμοσμένες στο γενετικό και επιγενετικό προφίλ κάθε ασθενούς.
Ανοσοθεραπεία:
Οι αναστολείς PD-1/PD-L1 έχουν ήδη αλλάξει το θεραπευτικό τοπίο σε υποομάδες ασθενών. Μελλοντικά, ο συνδυασμός τους με στοχευμένα φάρμακα ή χημειοθεραπεία ενδέχεται να διευρύνει το φάσμα των ασθενών που ωφελούνται.
Μη επεμβατικά διαγνωστικά εργαλεία:
Η ανάπτυξη υγρής βιοψίας (circulating tumor DNA, exosomes) και βιοδεικτών στον ορό ή το σάλιο υπόσχεται έγκαιρη διάγνωση και καλύτερη παρακολούθηση της νόσου.
Δημόσια υγεία και screening:
Η εμπειρία των χωρών με υψηλή επίπτωση δείχνει ότι ο μαζικός ενδοσκοπικός έλεγχος σώζει ζωές. Προσαρμοσμένα προγράμματα για ομάδες υψηλού κινδύνου στη Δύση θα μπορούσαν να βελτιώσουν τα ποσοστά πρώιμης διάγνωσης.
Ο καρκίνος του στομάχου αποτελεί νόσο υψηλής βιολογικής πολυπλοκότητας, με ετερογένεια τόσο σε μοριακό επίπεδο όσο και στην κλινική πορεία. Παρά τη σημαντική πρόοδο στη χειρουργική, τη χημειοθεραπεία και τις νέες βιολογικές θεραπείες, η πρόγνωση παραμένει δυσμενής για πολλούς ασθενείς. Το μέλλον βρίσκεται στην εξατομικευμένη ιατρική, στην ευρεία εφαρμογή προληπτικών μέτρων και στη συνεχή έρευνα για καινοτόμες θεραπευτικές στρατηγικές.
Η κατανόηση των μοριακών μηχανισμών, η εφαρμογή νέων διαγνωστικών εργαλείων και η ενίσχυση των προγραμμάτων δημόσιας υγείας είναι οι τρεις βασικοί άξονες που θα καθορίσουν την επόμενη δεκαετία στην αντιμετώπιση του γαστρικού καρκίνου.
Στη Gastrocyprus, ο Δρ Αλέξιος Μαχαιρίδης, γαστρεντερολόγος Λεμεσός, προσφέρει αξιόπιστη και ανθρώπινη ιατρική φροντίδα.