Ο καρκίνος του παχέος εντέρου (colorectal cancer, CRC) αποτελεί έναν από τους συχνότερους κακοήθεις όγκους του γαστρεντερικού σωλήνα και συγχρόνως μία από τις σημαντικότερες αιτίες θνησιμότητας από καρκίνο παγκοσμίως. Πρόκειται για μία νεοπλασματική διεργασία που προέρχεται κυρίως από το επιθήλιο του βλεννογόνου του παχέος εντέρου, συχνά εξελισσόμενη μέσω μιας αλληλουχίας που ξεκινά από αδενωματώδη πολύποδα και μπορεί να καταλήξει σε διηθητικό καρκίνωμα.
Η μελέτη του καρκίνου του παχέος εντέρου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω της υψηλής του συχνότητας, αλλά και διότι αποτελεί έναν τύπο καρκίνου στον οποίο η πρόληψη και η πρώιμη διάγνωση έχουν αποδεδειγμένα μεγάλη αποτελεσματικότητα. Η εφαρμογή οργανωμένων προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου (screening), με κυριότερο παράδειγμα τη δοκιμασία ανίχνευσης αιμοσφαιρίνης στα κόπρανα (FOBT, FIT) και την κολονοσκόπηση, έχει οδηγήσει σε σημαντική μείωση της επίπτωσης και της θνησιμότητας στις ανεπτυγμένες χώρες.
Η κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών που διέπουν την καρκινογένεση στο παχύ έντερο, σε συνδυασμό με την πρόοδο στη μοριακή βιολογία και την ανακάλυψη προγνωστικών και θεραπευτικών βιοδεικτών, έχει οδηγήσει σε νέες θεραπευτικές στρατηγικές, ιδίως στον τομέα της εξατομικευμένης ιατρικής.
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι η τρίτη σε συχνότητα κακοήθεια παγκοσμίως και η δεύτερη αιτία θανάτου από καρκίνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC, GLOBOCAN 2020), καταγράφηκαν περισσότερες από 1,9 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις και σχεδόν 935.000 θάνατοι σε παγκόσμια κλίμακα.
Η επίπτωση παρουσιάζει σημαντικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις. Υψηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε χώρες με δυτικό τρόπο ζωής, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Βόρεια Ευρώπη, ενώ χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζονται σε περιοχές της Αφρικής και της Νότιας Ασίας. Ωστόσο, η αυξημένη δυτικοποίηση της διατροφής και του τρόπου ζωής στις αναπτυσσόμενες χώρες οδηγεί σε σταδιακή αύξηση της συχνότητας.
Η ηλικία αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου, καθώς η πλειονότητα των περιστατικών διαγιγνώσκεται σε άτομα άνω των 50 ετών. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί ανησυχητική αύξηση της επίπτωσης σε νεότερους ενήλικες κάτω των 50, γεγονός που προκαλεί έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον και έχει οδηγήσει στη συζήτηση για τροποποίηση των ορίων ηλικίας έναρξης των προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου.
Αναφορικά με το φύλο, η νόσος εμφανίζεται ελαφρώς συχνότερα στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες. Παράλληλα, οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερη αναλογία καρκίνου στο εγγύς κόλον, ενώ οι άνδρες εμφανίζουν συχνότερα καρκίνο στο περιφερικό κόλον και το ορθό.
Η ανάπτυξη καρκίνου στο παχύ έντερο είναι αποτέλεσμα σύνθετης αλληλεπίδρασης γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Οι κυριότεροι παράγοντες κινδύνου που έχουν τεκμηριωθεί επιστημονικά είναι οι εξής:
Η καρκινογένεση στο παχύ έντερο αποτελεί μια πολυσταδιακή διεργασία που εκτυλίσσεται μέσα σε αρκετά χρόνια, μέσω της συσσώρευσης γενετικών και επιγενετικών αλλοιώσεων που επηρεάζουν την κυτταρική ομοιόσταση, τον πολλαπλασιασμό, την απόπτωση και την επιδιόρθωση του DNA. Το πρότυπο αυτό έχει περιγραφεί κλασικά ως «ακολουθία αδενώματος-καρκινώματος» (adenoma-carcinoma sequence).
Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, οι περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου του παχέος εντέρου αναπτύσσονται από προϋπάρχοντες αδενωματώδεις πολύποδες. Η εξέλιξη από φυσιολογικό επιθήλιο → αδενωματώδη πολύποδα → δυσπλασία υψηλού βαθμού → διηθητικό καρκίνωμα, σχετίζεται με προοδευτική συσσώρευση μοριακών γεγονότων:
Το παραπάνω μοντέλο περιγράφηκε αρχικά από τον Fearon και Vogelstein τη δεκαετία του 1990 και συνεχίζει να αποτελεί τη βασική θεωρητική θεμελίωση της καρκινογένεσης στο κόλον.
Πέρα από το κλασικό μοντέλο, σήμερα αναγνωρίζονται τρία κύρια μοριακά μονοπάτια που οδηγούν σε καρκίνο του παχέος εντέρου:
Αφορά περίπου το 70–80% των περιπτώσεων. Χαρακτηρίζεται από απώλεια ετεροζυγωτίας, ανευπλοειδία και εκτεταμένες χρωμοσωμικές ανακατατάξεις. Τα κρίσιμα γεγονότα περιλαμβάνουν:
Αντιπροσωπεύει περίπου 15% των περιπτώσεων. Προκύπτει από ανεπάρκεια του συστήματος επιδιόρθωσης αναντιστοιχιών DNA (MMR genes: MLH1, MSH2, MSH6, PMS2).
Σχετίζεται με εκτεταμένη επιγενετική σίγαση γονιδίων μέσω υπερμεθυλίωσης περιοχών CpG στα προμότερα.
Η θεωρία των καρκινικών βλαστοκυττάρων (cancer stem cells) προτείνει ότι ένα υποσύνολο κυττάρων με ιδιότητες αυτοανανέωσης ευθύνεται για την ανάπτυξη, διατήρηση και αντοχή του όγκου. Επιπλέον, το μικροπεριβάλλον του όγκου (stromal cells, φλεγμονώδη κύτταρα, αγγεία) διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην επιβίωση και στη διήθηση.
Η πρόοδος στη μοριακή βιολογία έχει οδηγήσει στην ταυτοποίηση βιοδεικτών που έχουν διαγνωστική, προγνωστική και προβλεπτική αξία:
Η κλινική εκδήλωση του καρκίνου του παχέος εντέρου (CRC) εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανατομική εντόπιση του όγκου (δεξιό ή αριστερό κόλον, ορθό), το μέγεθος και την έκταση της βλάβης, καθώς και από την παρουσία τοπικής διήθησης ή μεταστάσεων. Σε πρώιμα στάδια, ο καρκίνος μπορεί να είναι ασυμπτωματικός και να ανιχνεύεται τυχαία κατά τον προσυμπτωματικό έλεγχο. Σε πιο προχωρημένα στάδια, τα συμπτώματα ποικίλουν από ήπια γαστρεντερικά ενοχλήματα μέχρι εικόνα οξείας απόφραξης.
Λόγω της θέσης του, συχνά προκαλεί συμπτώματα νωρίτερα σε σχέση με τον καρκίνο του κόλου.
Πέραν των τοπικών εκδηλώσεων, οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν:
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου μπορεί να οδηγήσει σε οξείες ή χρόνιες επιπλοκές:
Η συχνότερη εντόπιση μεταστάσεων είναι το ήπαρ (λόγω πυλαίας κυκλοφορίας) και ακολουθούν οι πνεύμονες, το περιτόναιο και, σπανιότερα, οστά και εγκέφαλος. Τα συμπτώματα εξαρτώνται από την εντόπιση:
Σε πρώιμα στάδια, ο καρκίνος του παχέος εντέρου μπορεί να είναι εντελώς ασυμπτωματικός ή να εκδηλώνεται με ήπια και ασαφή συμπτώματα, όπως δυσπεψία ή ήπιες αλλαγές στις κενώσεις. Γι’ αυτό, η εφαρμογή προγραμμάτων screening είναι καθοριστικής σημασίας για την έγκαιρη διάγνωση πριν την εμφάνιση προχωρημένων βλαβών ή επιπλοκών.
Η διάγνωση του καρκίνου του παχέος εντέρου στηρίζεται σε έναν συνδυασμό κλινικής εκτίμησης, εργαστηριακών εξετάσεων, απεικονιστικών μεθόδων και, κυρίως, ενδοσκοπικής αξιολόγησης με ιστολογική επιβεβαίωση. Η σωστή σταδιοποίηση είναι απαραίτητη για τον καθορισμό της θεραπευτικής στρατηγικής και την εκτίμηση της πρόγνωσης.
Η κολονοσκόπηση αποτελεί τη διαγνωστική μέθοδο εκλογής.
Εναλλακτικά, σε αδυναμία πλήρους κολονοσκόπησης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν:
Χρησιμοποιείται για τη σταδιοποίηση και τον εντοπισμό μεταστάσεων.
Η διάγνωση επιβεβαιώνεται πάντα ιστολογικά.
Είναι το πλέον αποδεκτό διεθνώς. Βασίζεται σε:
Η πρόγνωση και η θεραπευτική προσέγγιση διαφοροποιούνται ουσιαστικά ανάλογα με το στάδιο.
Η θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου (CRC) εξαρτάται από το στάδιο της νόσου, την εντόπιση του όγκου, τη γενική κατάσταση του ασθενούς και την παρουσία ή όχι μεταστάσεων. Οι βασικοί θεραπευτικοί πυλώνες είναι η χειρουργική αντιμετώπιση, η χημειοθεραπεία, η ακτινοθεραπεία (κυρίως στο ορθό) και οι στοχευμένες βιολογικές θεραπείες.
Η χειρουργική εκτομή αποτελεί τη μόνη δυνητικά ριζική θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου.
Η συστηματική χημειοθεραπεία παίζει κεντρικό ρόλο:
Η πρόοδος στη μοριακή βιολογία έχει επιτρέψει την ανάπτυξη βιολογικών θεραπειών που στοχεύουν συγκεκριμένα μονοπάτια.
Έχουν δείξει εντυπωσιακή ανταπόκριση σε επιλεγμένους ασθενείς.
Ο συνδυασμός συστηματικής χημειοθεραπείας και τοπικών θεραπειών (χειρουργική, RFA, TACE) βελτιώνει την πρόγνωση.
Η πρόγνωση του καρκίνου του παχέος εντέρου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, με κυριότερο το στάδιο κατά τη διάγνωση. Παρά την πρόοδο στη διάγνωση και θεραπεία, παραμένει σημαντική αιτία θνησιμότητας παγκοσμίως.
Η 5ετής επιβίωση σχετίζεται στενά με το TNM στάδιο:
Η τοπική υποτροπή είναι σημαντικότερη απειλή. Η χρήση νεοεπικουρικής χημειο-ακτινοθεραπείας και η τεχνική ολικής μεσοορθικής εκτομής (TME) έχουν μειώσει τα ποσοστά τοπικής υποτροπής κάτω από 10%.
Η πρόγνωση δεν σχετίζεται μόνο με την επιβίωση, αλλά και με την ποιότητα ζωής:
Η πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου αποτελεί έναν από τους πιο επιτυχημένους τομείς στη σύγχρονη ογκολογία, καθώς η νόσος αναπτύσσεται αργά, μέσω προκαρκινικών βλαβών (πολύποδες), οι οποίες μπορούν να ανιχνευθούν και να αφαιρεθούν έγκαιρα.
Αφορά στη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης καρκίνου μέσω αλλαγής τρόπου ζωής και διόρθωσης παραγόντων κινδύνου.
Ο οργανωμένος έλεγχος είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς εντοπίζει προκαρκινικές βλάβες ή πρώιμο καρκίνο.
Αφορά στην αποτροπή υποτροπής μετά τη θεραπεία:
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αποτελεί έναν από τους συχνότερους και πιο μελετημένους καρκίνους του πεπτικού συστήματος, με υψηλή νοσηρότητα και θνητότητα παγκοσμίως. Η παθογένεσή του είναι πολυσταδιακή, με αλληλεπίδραση γενετικών, επιγενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Η κλασική ακολουθία αδενώματος-καρκινώματος, σε συνδυασμό με τα μοριακά μονοπάτια CIN, MSI και CIMP, αποτελούν το υπόβαθρο της κατανόησης της καρκινογένεσης.
Η κλινική εικόνα ποικίλλει, συχνά με μη ειδικά ή ασυμπτωματικά πρώιμα στάδια, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία του προσυμπτωματικού ελέγχου. Η διάγνωση βασίζεται στην κολονοσκόπηση με βιοψία και στη σταδιοποίηση με το σύστημα TNM.
Η θεραπευτική προσέγγιση είναι πολυπαραγοντική: η χειρουργική εκτομή αποτελεί τη βάση, ενώ η χημειοθεραπεία, η ακτινοθεραπεία (στο ορθό) και οι στοχευμένες θεραπείες συμπληρώνουν τη στρατηγική, ανάλογα με το στάδιο και τα μοριακά χαρακτηριστικά. Η πρόγνωση βελτιώνεται όσο πιο πρώιμα διαγνωστεί η νόσος, ενώ οι σύγχρονες θεραπείες έχουν αυξήσει την επιβίωση, ιδίως σε επιλεγμένες ομάδες ασθενών.
Η πρόληψη μέσω αλλαγής τρόπου ζωής και, κυρίως, η εφαρμογή οργανωμένων προγραμμάτων screening έχουν συμβάλει καθοριστικά στη μείωση της θνησιμότητας. Στο μέλλον, η εξατομικευμένη ιατρική με βάση τους μοριακούς δείκτες και η ανοσοθεραπεία αναμένεται να παίξουν ακόμη μεγαλύτερο ρόλο.
Στη Gastrocyprus, ο Δρ Αλέξιος Μαχαιρίδης, γαστρεντερολόγος Λεμεσός, προσφέρει αξιόπιστη και ανθρώπινη ιατρική φροντίδα.